ΕΚΛΙΠΟΥΣΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΓΟΥΛΑ ΧΗΡΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Categories: Εκκλ. Ειδησεις

gfgfgfngfnΣτις 07-01-2017 (25-12-2016) αποδήμησε προς Κύριον η αγαπημένη μας μάνα, αδελφή, γιαγιά και εν Χριστώ αδελφή, η Ευαγγελία χήρα Θεοδώρου Γούλα, η κυρά Βαγγελιώ για τους πολλούς.
Η εξιστόρηση της ζωής της μακαρίας Ευαγγελίας δεν γίνεται για να αναδειχθεί η ιδία, που δεν θα το ήθελε, αλλά για μνημόσυνο προς ανάπαυση των ψυχών όλων εκείνων των μανάδων συμβόλων της ελληνικής οικογένειας που κράτησαν ορθόδοξη χριστιανική πίστη και Ελλάδα. Επίσης και για παράδειγμα των νέων μανάδων γιατί χωρίς Μάνα οικογένεια δεν υπάρχει.
Ανήμερα Χριστούγεννα μετά τον εκκλησιασμό και το μεσημεριανό γιορτινό τραπέζι, που η ίδια δεν παραβρέθηκε λόγω της επιδείνωσης της υγείας της, άφησε την τελευταία της πνοή στα χέρια των παιδιών και εγγονών της. Έφυγε από το μάταιο τούτο κόσμο για το αιώνιο ταξίδι, με τις ευχές όλων που την έζησαν και την γνώρισαν να είναι κοντά στον Κύριο, επιθυμία για την οποία αγωνίστηκε με ζήλο όλη της ζωή. Έφυγε μια κρύα χειμωνιάτικη χιονισμένη μέρα και είθε να είναι στη ζέστη του Παραδείσου, όπως είπαν πολλοί που ήξεραν τον αγώνα της ζωής της από τα παιδικά της χρόνια. Κοντά στον Σωτήρα Χριστό, στην Αειπάρθενο Μητέρα και τους Αγίους, που τόσο αγάπησε και τίμησε με όλη τη δύναμη της ψυχής της μέσα από το δρόμο της Oρθόδοξης Χριστιανικής Πίστης, της πίστης των πατέρων, αυτήν που γνώρισε και παρέλαβε από τους γονείς της, όπως έλεγε πάντα με μεγάλο σεβασμό.
Ήταν το πρώτο από τα πέντε εν ζωή παιδιά της οικογένειάς της, γεννήθηκε στις 10-02-1925 στον Αλίαρτο Βοιωτίας, την εποχή που η Ορθόδοξη Εκκλησία ζούσε μεγάλη κρίση λόγω του διχασμού που προκάλεσε η αλλαγή του ημερολογίου και όχι μόνο. Οι γονείς της Δημήτριος και Αντιγόνη Αρβανίτη, φτωχοί ποιμένες, που δεν ακολούθησαν τους νεωτεριστές της πίστης, με ότι συνεπαγόταν αυτό για την εποχή εκείνη και για πολλά μετέπειτα χρόνια, μεγάλωσαν τα παιδιά τους με τις αρχές που προαναφέρθηκαν. Βαφτίστηκε στο Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας στον Ελικώνα Βοιωτίας, λόγω τάματος των γονιών της. Το μοναστήρι αυτό συνδεόταν με την ιστορία της οικογένειας από παλιά. Η βάφτιση έγινε εκεί και για ένα άλλο σοβαρό λόγο. Οι ενοριακοί ναοί ήταν κλειστοί για εκείνους που δεν ακολούθησαν τις εκκλησιαστικές καινοτομίες.
Σαν πρώτο παιδί της οικογένειας και λόγω του ασθενικού χαρακτήρα της μάνας της, ανέλαβε από μικρή οικογενειακά βάρη και υποχρεώσεις. Δουλειές στο σπίτι, στα ζώα και φροντίδα να μεγαλώσουν τα μικρότερα αδέλφια της. Στερήθηκε το σχολείο για τον παραπάνω λόγο, γεγονός που το έλεγε συχνά με παράπονο. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να μάθει όσα γράμματα ήταν αναγκαία για τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει στην πατρική οικογένεια, αλλά και τις υποχρεώσεις της δικής της οικογένειας αργότερα, στην ανατροφή των δικών της παιδιών και να στηρίξει το σύζυγό της στο βιοποριστικό αγώνα της οικογενειακής τους ζωής.
Έτσι η Ευαγγελία βρέθηκε από μικρή, αφενός να νοιάζεται για την ορθόδοξη πίστη και αφετέρου να αγωνίζεται για την οικογένεια των γονιών της και αργότερα για τη δική της. Αγώνας που συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής της αφήνοντας παρακαταθήκη αυτό το πρότυπο της μάνας στα παιδιά της και σε όλους που την γνώριζαν, που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει.
Από δέκα χρονών εργάστηκε σαν μεγάλη, εκτός των υποχρεώσεων του σπιτιού, σαν εργάτρια στα χωράφια, για οικονομική στήριξη της οικογένειάς της στη δύσκολη δεκαετία 1935 – 1945. Δούλεψε σε Έλληνες και Γερμανούς κατακτητές εργοδότες.
Ήταν έξυπνη, δραστήρια, με υποδειγματική τάξη και μεγάλης αντοχής και υπομονής άνθρωπος, που την ευχαριστούσε να αναφέρεται σε καταστάσεις και γεγονότα της ζωής της, όσο δύσκολα και αν ήταν. Θυμόταν τα μακριά φορέματα που της φορούσαν και το μαντήλι στο κεφάλι, για να φαίνεται μεγάλη και να την επιλέγουν για δουλειά τα αφεντικά.
Στο δύσκολο καιρό που η Αστυνομία με εντολή της νεοημερολογίτικης εκκλησιαστικής διοίκησης σφράγιζε εκκλησίες, αποσχημάτιζε, ξύριζε και εξόριζε ιερείς που ακολουθούσαν τις ιερές παραδόσεις, «εμείς από ξωκλήσι σε ξωκλήσι και από αγρυπνία σε αγρυπνία, βαδίζοντας κρυφά ώρες μέσα στη νύχτα, χωρίς φως για να μην δίνουμε στόχο», θυμόταν με γαλήνια ευχαρίστηση και νοσταλγία.
Μετά τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο παντρεύτηκε το Θεόδωρο Γούλα, έμειναν στην Μπάλα (Ροδόπολη) Αττικής και συνέχισαν τον ίδιο διμέτωπο αγώνα, χωρίς μέσα και ανέσεις, ξεκινώντας σχεδόν από το μηδέν. Ο γάμος τους ήταν ένα γεγονός από τα πολλά που αντιμετώπισαν οι ορθόδοξοι που δεν ακολούθησαν τις αλλαγές του 1924. Το μυστήριο του γάμου έγινε κρυφά από τον πατέρα Λάμπρο, κυνηγημένο ιερέα σε κάποιο σπίτι στην Κηφισιά και την επόμενη Κυριακή έγινε το γαμήλιο τραπέζι και γλέντι στο πατρικό σπίτι στον Αλίαρτο.
Το δεύτερο κεφάλαιο της ζωής της ήταν κατά πολλά ίδιο, ίσως και δυσκολότερο και πιο επίπονο από το πρώτο και είναι η δικής της οικογενειακής ζωής. Απέκτησε έξι παιδιά που τα ανέθρεψε με τη βοήθεια του Θεού, χριστιανικά πάνω στις ίδιες αρχές. Φροντίδα τώρα οκτώ ατόμων και των δύο γονέων του συζύγου της Θεόδωρου, δουλειά στην ταβέρνα, στο μπακάλικο, στο κρεοπωλείο, μικτά ήταν τα καταστήματα εκείνη την εποχή στα χωριά, χωρίς ανέσεις και εφόδια όπως σήμερα, που δύσκολα μπορεί κάποιος να αναλογιστεί πως τα κατάφερναν. Οι ίδιοι γνώριζαν καλά ότι έκτος της δικής τους σωματικής δυνατότητας είχαν μόνιμη βοήθεια από τον Μεγαλοδύναμο. Τους έδινε ψυχική δύναμη που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της σωματικής και έτσι τα κατάφεραν, όπως έλεγαν.
«Η προσευχή μας έσωνε. Δύσκολα χρόνια, μα ζούσαμε με έναν ιερό σκοπό, την πνευματική και υλική προκοπή, τόσο τη δική μας όσο και των παιδιών μας. Παρόλα τα λάθη και τις αμαρτίες μας είχαμε άνωθεν βοήθεια. Δόξα το Θεό τα καταφέραμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, να τα μορφώσουμε στις επιστήμες και στις τέχνες και να αποκτήσουμε με μεγάλες θυσίες και στερήσεις κάποια περιουσία, για να έχουν τα παιδιά μας, κάτι να ξεκινήσουν τη δικής τους ζωή. ‘Οχι σαν εμάς που νιόπαντροι είχαμε για σπίτι ένα κιόσκι στο μικρό αμπελάκι μας, γιατί το σπίτι μας έγινε το πρώτο μαγαζί, που ήταν η αφετηρία για την μετέπειτα εξέλιξή του σε μια καλοστημένη επιχείρηση. Χίλιες δόξες!!!», αφηγούνταν στα παιδιά και στα εγγόνια τους.
Αγαπούσε τα παιδιά, χαιρόταν για την πρόοδο τους και τα παρότρυνε να μάθουν γράμματα, γιατί χωρίς μόρφωση έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι τυφλός. Τα καμάρωνε στις γιορτές του κατηχητικού στην εκκλησία και στις σχολικές πατριωτικές γιορτές, ειδικά όταν φορούσαν παραδοσιακές φορεσιές και ήθελε να φωτογραφίζεται μαζί τους. Τα ήθελε Χριστιανόπουλα και πατριωτάκια, όπως τόνιζε με σημασία.
Ο εκκλησιασμός της οικογένειας ιερή υποχρέωση. Κάθε Σάββατο απόγευμα μπάνιο στη σκάφη όλα τα παιδιά και την Κυριακή πρωί – πρωί όλα καθαρά στη σειρά με τον παππού Αναστάσιο για την εκκλησία. Οι ίδιοι λόγω της δουλειάς δεν μπορούσαν να πάνε στην εκκλησία όλες τις Κυριακές και επικαλούνταν γι’ αυτό τη συγχώρεση του Θεού.
Έλεγαν «Εκπληρώσαμε το καθήκον αυτό προς την Αγία Τριάδα μας (ενορία Μπάλλας – Ροδόπολης), που τόσο μας βοήθησε στη ζωή μας, όταν αφήσαμε την οικογενειακή μας ταβέρνα «Η Βλάχικη Γάστρα» στον μεγαλύτερο γιό μας, με την ευχή μας να προκόψει όπως ευχόμασταν και για όλα τα παιδιά μας». Και έτσι έγινε τότε η κυρά Βαγγελιώ διακόνισσα της Αγίας Τριάδος και ο κυρ – Θόδωρος (έχει συγχωρεθεί από τις 6-9-2002) εκκλησιαστικός επίτροπος. Τους θυμόμαστε και τους δύο ως χαρακτηριστικές φιγούρες της εκκλησιαστικής ζωής του ιερού ναού της Αγίας Τριάδος Ροδόπολης. Όλοι θυμόμαστε τον κυρ – Θόδωρου στα κεριά, στην περιφορά του Επιταφίου, στην ιερή λιτανεία της εικόνας της Αγίας Τριάδος και γενικά σε όλες τις εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, τόσο της Αγίας Τριάδος, όσο και των άλλων εκκλησιών της ευρύτερης περιοχής και την κυρά – Βαγγελιώ, μαζί με τις άλλες κυρίες στη φροντίδα της εκκλησίας τη Μεγάλη Εβδομάδα, στην κατασκευή του Επιταφίου και στη γιορτή της Αγίας Τριάδος να στέκεται δίπλα στην ιερή εικόνα.
Τις ιερές αγρυπνίες στα ξωκλήσια προσπαθούσαν να μην τις χάνουν. Το βράδυ μετά το κλείσιμο του μαγαζιού η κυρά – Βαγγελιώ με ένα παιδί στην κοιλιά, ένα στην αγκαλιά και τα άλλα με τα πόδια, άλλες φορές με κάποια παρέα και άλλες φορές μόνη, γραμμή μέσα στη νύχτα για το ξωκλήσι ή για το μοναστήρι – Αη Λουκά και Προφήτη Ηλία στην Πεντέλη, στην Παναγίτσα στη Ραπεντώσα και στα τοπικά στον Αη Γιάννη, στον Άγιο Παντελεήμονα και στο Γενέθλιο της Παναγίας κ.α. Ο κυρ –Θόδωρος είχε φύγει νωρίτερα με τον παπά και τον ψάλτη και το ζώο φορτωμένο με τα απαραίτητα τόσο για τη λειτουργία, όσο και για το γεύμα που ακολουθούσε μετά την λειτουργία, που όσοι θυμούνται ήταν πλούσια και τα δύο. Τι ωραία που ήταν τότε έλεγε, γιατί σήμερα ….. σταματούσε σκεπτόμενη με νόημα.
Στη διαδρομή της ζωής της όσο τα παιδιά ήταν μικρά και οι υποχρεώσεις μεγάλες, νοιαζόταν λιγότερο για τον εαυτό της, ενώ για τα παιδιά της στο μικρό ή στο μεγάλο τους πρόβλημα τα φόρτωνε στην πλάτη και έφτανε μέχρι το Παίδων Νοσοκομείο στην Αθήνα, που για όποιον γνώριζε τι σήμαινε αυτό για την εποχή εκείνη, καταλάβαινε πολλά για τον αγώνα της. Η κόπωση και οι δύσκολες συνθήκες της εποχής της δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα υγείας, ορισμένα από αυτά έγιναν χρόνιες παθήσεις, επικίνδυνες και για την ίδια της τη ζωή, όμως με την προσευχή της, το έλεος του Κυρίου, τη βοήθεια της Υπεραγίας Θεοτόκου και των Αγίων, την ιατρική συνδρομή, αλλά και με την εγκράτεια, την τάξη της ζωής της που εντυπωσίαζε, ξεπερνούσε τα προβλήματα. Ευχαριστούσε πάντα το Θεό που της έδινε μέρες για τη δική της μετάνοια και για να φροντίζει και να συμβουλεύει παιδιά, νύφες, εγγόνια και τον Πετράκη το δισέγγονό της που τόσο τον χαιρόταν. Δεν το έβαζε κάτω όπως λέμε, παρόλα τα οξυμένα προβλήματα της υγείας της.
Έτσι, η κυρά Βαγγελιώ συμπλήρωσε το βιβλίο της δικής της ζωής. Τα τελευταία της Χριστούγεννα, ένα από τα χρόνια προβλήματά της έκανε κορυφή και έκοψε το νήμα της ζωής της για να συνεχίσει στην άλλη ζωή με τις ευχές όλων να είναι κοντά στον Κύριο μας.
Καλό ταξίδι και αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστη και αείμνηστη, αγαπημένη μας μάνα, αδελφή και γιαγιά.
Στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Ροδόπολης η οικογένεια θα τελέσει το 40/ημερο μνημόσυνο της εκλιπούσας Ευαγγελίας Γούλα χήρας Θεοδώρου, για την ανάπαυση της ψυχής της, το Σάββατο 11-02-2017 και ώρα 9:00 π.μ.