Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος β΄)

Categories: Αρθρα

(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

ΣΤ. Προχωρώντας στο επόμενο κεφάλαιο («Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι») ο Σ. εκθέτει τις εξής θέσεις:

στ1. Οι Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες δεν καταγγέλονται ως αιρετικοί στα κείμενα της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», διότι ο ορισμός κάποιου ως αιρετικού προϋποθέτει την καταδίκη του από Οικουμενική Σύνοδο,

στ2. Δεν μπορούν να αποκληθούν αιρετικοί, αλλά και σε πολλά κείμενα Αγίων και Συνόδων αποκαλούνται «Εκκλησία»,

στ3. Επιπροσθέτως χρησιμοποιείται ο όρος ετερόδοξοι, αντί για αιρετικοί, διότι ο όρος αιρετικός είναι αρνητικά φορτισμένος, προσβλητικός και σχεδόν υβριστικός,

Ας τις εξετάσουμε και αυτές μία προς μία:

στ1. Γράφοντας ο Σ. πως «ὁ χαρακτηρισμὸς κάποιου ὡς αἱρετικοῦ προϋποθέτει τὴν ἐπίσημη καταδίκη του ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο», λέει την μισή αλήθεια. Διότι υπήρξαν πάμπολλοι αιρετικοί που είτε καταδικάστηκαν μόνο από Τοπικές Συνόδους (Ευσταθιανοί από την Σύνοδο της Γάγγρας, Αγγελικοί από την Σύνοδο της Λαοδικείας κ.α.), είτε δεν καταδικάστηκαν καθόλου από Σύνοδο, όπως οι ποικίλες ομάδες Γνωστικών που είχαν αποστατήσει από την Εκκλησία και δρούσαν παρασυναγωγικά (Οφίτες, Εβιωναίοι, Βασιλειδιανοί κ.α.).

Αν και ο Σ. (στη σελ. 9 της εργασίας του) παραπέμπει στο γνωστό και σπουδαίο, περί αιρέσεως, σύγγραμμα του π. Ευαγγέλου Μαντζουνέα, φαίνεται πως δεν έλαβε υπόψιν του όσα ο αείμνηστος είχε γράψει λίγες σελίδες πριν, απαντώντας μάλιστα στον προαναφερθέντα δικηγόρο Ι. Παναγόπουλο (του οποίου, όπως φαίνεται, τις θέσεις αντιγράφει ο Σ.)! Αξίζει να παρατεθεί ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα: «Διετυπώθη ὅμως ἡ γνώμη, ὅτι διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ μία διδασκαλία ὡς αἱρετική, δέον αὕτη νὰ ἔχῃ χαρακτηρισθῇ ὡς τοιαύτη μόνον ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ ὑπὸ τῶν ὑπ᾿ αὐτῶν κυρωθεισῶν Τοπικῶν, ὡς καὶ τῶν μεγίστην ἐχουσῶν ἀπήχησιν ἄλλων Συνόδων, αἵτινες ἀπέκτησαν καθολικὸν κῦρος καὶ ἰσχὺν ἐπὶ συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ[67]. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ἐσφαλμένη[68]. Καὶ τοῦτο διότι ὑφίστανται αἱρέσεις, αἵτινες δὲν κατεδικάσθησαν οὔτε ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων οὔτε ὑπὸ Τοπικῶν Συνόδων. Τῷ ὄντι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι εἰς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας καὶ τοὺς Ὅρους των ἀναφέρουν ἐν συνόλῳ 37 αἱρέσεις, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν ὀκτῶ αἱρέσεων αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ὑπὸ τῶν Μεγάλων Πατέρων, ὧν οἱ Κανόνες των ἀπέκτησαν οἰκουμενικὸν κῦρος, ἀνέρχονται αὗται εἰς 45. Τί δέον γενέσθαι μὲ τὰς αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαντοῦν εἰς τὰς νομικὰς πηγάς, καθὼς καὶ εἰς τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων; Εἰς τὰς πηγὰς τοῦ δικαίου[69] ἀναφέρονται π.χ. οἱ Ὀφῖται… οἱ Βορβοριανοί… οἱ Αὐδιανοί, Βατριαχῖται, Τασκοδρουγῖται, Ἑρμογενιανοί, Ἐγκρατῖται, Παπινιανοῖ… Ὁ Ἐπιφάνιος ἀναφέρει 51 αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπαντοῦν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων. Ὡσαύτως αἱ Ἀποστολικαὶ Διαταγαὶ ἀναφέρουν τοὺς Ἡμεροβαπτιστάς, Ἐβιωναίους, Δοσιθιανούς, Κηρινθιανούς, Βασιλειδιανούς, Σατορνιλιανοὺς καὶ ἄλλους, ὡς δὲ θὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰ οἰκεῖα κεφάλαια ὑφίσταντο δεκάδες αἱρέσεων. Κατὰ τὸν Φιλάστριον ὑπῆρξαν 156 αἱρέσεις[70], ἐκ τῶν ὁποίων μέρος μόνο ἔχει κατακριθῆ ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ἑπομένως δὲν εἶναι αἱρετικοὶ μόνον οἱ ὑπὸ τῶν τοιούτων Συνόδων κατακριθέντες, ἀλλὰ πᾶς ὅστις ἀποκλίνει ἐκ τῆς ὀρθῆς δόξης, τὸν χαρακτηρισμὸν δὲ τοῦτον δύναται νὰ προσδώσῃ, ἐκτὸς τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, καὶ Πανορθόδοξος Σύνοδος[71] ἢ καὶ τὸ ἀνώτατον συλλογικὸν ὄργανον Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας[72], ἀνεγνωρισμένης ἐπισήμως ὡς τοιαύτης»[73].

Απορίας άξια είναι πάντως η άρνηση του Σ. να αποκαλέσει τους Δυτικούς (Παπικούς και Προτεστάντες) αιρετικούς, επειδή δεν έχουν καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο, όταν στο ίδιο το εξεταζόμενο κείμενό του (και συγκεκριμένα στην σελίδα 38) τους «Μάρτυρες του Ιεχωβά» (τους οποίους όχι Οικουμενική, αλλά ούτε καν Τοπική Σύνοδος δεν τους έχει αναθεματίσει) τους αποκαλεί αιρετικούς! Γιατί δύο μέτρα και δύο σταθμά; Μήπως η στοχοποίηση των «Ιεχωβάδων» (και κάποιων σεκτών) γίνεται για να δείξουν στους πιστούς ότι υφίσταται αντιαιρετικός αγώνας ώστε να κοιμούνται ήσυχοι, πιστεύοντας πως οι Ποιμένες αγρυπνούν; Επιπροσθέτως αυτή η άρνηση προκαλεί μεγάλη απορία όταν ληφθεί υπόψιν η παραδοχή του Σ. ότι υπάρχει «καταδίκη ἐπὶ μέρους δοξασιῶν τους ἀπὸ τοπικὲς Συνόδους». Τώρα πως γίνεται κάποιοι ενώ πρεσβεύουν καταδικασμένες αιρέσεις να μην είναι αιρετικοί, αυτό δεν εξηγείται…

στ2. Με την προσπάθειά του ο Σ. να δικαιολογήσει την άρνηση να χαρακτηρίζονται ως αιρετικοί οι Δυτικοί (Παπικοί και Λουθηροκαλβίνοι, ή – όπως προτιμά ο Σ. – Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες), απορρίπτει τις Συνόδους και τους Πατέρες των τελευταίων χιλίων ετών που τους θεωρούσαν έτσι, όπως μεταξύ πολλών άλλων:

α) Τον Άγιο Μελέτιο τον Ομολογητή, ο οποίος συνέγραψε έμμετρο έργο του με τίτλο «Ὅτι αἱρετικοὶ εἰσὶν οἱ Δυτικοὶ καὶ ὅτι οἱ συγκοινωνοῦντες αὐτοῖς ἀπόλλυνται»[74].

β) Τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό: «Οὐ μόνον εἰσὶν οἱ Λατῖνοι σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοί· καὶ τοῦτο παρεσιώπησεν ἡ ἐκκλησία ἡμῶν, διὰ τὸ γένος εἶναι ἐκείνων πολὺ καὶ ἰσχυρότερον ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ οὐδὲ δι᾿ ἄλλο τι ἐσχίσθημεν αὐτῶν, εἰ μὴ ὅτι εἰσὶν αἱρετικοί. Διὸ οὐδὲ πρέπει ὅλως ἑνωθῆναι αὐτοῖς, εἰ μὴ ἐκβάλλωσι τὴν προσθήκην ἀπὸ τοῦ συμβόλου καὶ ὁμολογήσωσι τὸ σύμβολον καθὼς καὶ ἡμεῖς»[75].

γ) Την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1484: «Τοὺς δὲ ἄλλως περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος φρονοῦντας ἢ καὶ κηρύττοντες, ἢ ὢς φαμεν, ὡς ἀπεναντίας τῇ ἀληθείᾳ δοξάζοντας καὶ κενοφωνοῦντας ἀποστρεφόμεθα ὡς αἱρετικοὺς καὶ τῷ ἀναθέματι καθυπάγομεν»[76].

δ) Τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο τον Β΄ τον Ακαρνάν: «Ἐπειδὴ (σ. ημ. οι Δυτικοί) ἐξεχώρισαν ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἔκαμαν ἄλλην ἰδικήν τους τερατώδη, ἀνομοίαν καὶ παντάπασι ξεχωρισμένην ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ἀναντίρρητόν ἐστιν, ὅτι αἱρετικοὶ εἶναι καὶ ἀναπολόγητοι, καὶ καμμίαν συγκοινωνίαν μετ᾿ ἐμᾶς δὲν ἔχουσιν»[77].

ε) Τον Διδάσκαλο του Γένους και αρχηγό των Κολλυβάδων Πατέρων Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη: «Τοὺς γὰρ ἐφ᾿ ἡμῶν Λατίνους ὁμοῦ καὶ Λουθηροκαλβίνους ὁ τῶν ἱερῶν Κανόνων περὶ τῆς αἱρέσεως ὅρος τῶν συνωνύμων αἱρετικῶν ὄντας δείκνυσινˑ οἱ δὲ τοιοῦτοι αἱρετικοὶ ἀσεβεῖς εἰσι κατὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνας καὶ τὰς τούτους ἐπισφραγισάσας οἰκουμενικὰς Συνόδους»[78]. «Πενταχῶς διαφερόμενοι πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν (οἱ Λατῖνοι), κατὰ μὲν τὰς ἅλλας διαφορὰς σχισματικοί, κατὰ δὲ τὴν μόνην τὴν τοῦ Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπόρευσιν αἱρετικοί εἰσιν, αὐτοί τε καὶ οἱ τὰ αὐτὰ φρονοῦντες Λουθηροκαλβίνοι»[79].

στ) Τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Ὅτι δὲ οἱ Λατῖνοι εἶναι αἱρετικοί, δὲν εἶναι κᾀμμία χρεία ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ κάμωμεν κᾀμμίαν ἀπόδειξιν. Αὐτὸ γὰρ τοῦτο, ὁποῦ τόσον μίσος καὶ τόσην ἀποστροφὴν ἔχομεν ἤδη τόσους αἰῶνας πρὸς αὐτοὺς, εἶναι μία φανερὰ ἀπόδειξις, ὅτι ὡς αἱρετικοὺς τοὺς βδελυττόμεθα, ὅ,τι λογῆς δηλαδὴ καὶ τοὺς Ἀρειανούς, ἢ Σαβελλιανούς, ἢ πνευματομάχους Μακεδονιανούς. …οἱ Λατῖνοι εἶναι παμπάλαιοι αἱρετικοί»[80].

ζ) Τον σοφό θεολόγο και Διδάσκαλο του Γένους Κωνσταντίνο Οικονόμου εξ Οικονόμων: «αἱρετικοί δὲ καὶ οὐ μόνον σχισματικοὶ οἱ Λατῖνοι»[81].

η) Την Πανορθόδοξο Σύνοδο του 1848:  «’Επειδὴ πᾶσα ἑτεροδιδασκαλία, ἁπτομένη αὐτοῦ τοῦ καθολικοῦ φρονήματος περὶ τῆς τε μακαρίας Τριάδος καὶ τῶν θείων προόδων, καὶ δὴ καὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἔστι τε καὶ λέγεται αἵρεσις, καὶ οἱ οὕτω φρονοῦντες αἱρετικοί, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐν ἁγίοις Δαμάσου Πάπα Ῥώμης, “εἴ τις περὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ὑιοῦ καλῶς φρονήσει, περὶ δὲ τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐκ ὀρθῶς ἔχει, αἱρετικός ἐστι” (Ὁμολ. καθ. πίστ., ἣν ὁ Πάπας Δάμασος απέστειλε πρὸς ἐπίσκοπον Παυλῖνον Θεσσαλονίκης, MPL. 13, 363), διὰ τοῦτο ἡ μία, ἁγία, καθολική καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἑπομένη τοῖς ἴχνεσι τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀνατολικῶν τε καὶ δυτικῶν, ἐκήρυξέ τε πάλαι ἐπὶ τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ κηρύττει πάλιν σήμερον συνοδικῶς, αὐτὴν μὲν τὴν ῥηθεῖσαν καινοφανῆ δόξαν, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Ὑιοῦ, εἶναι οὐσιωδῶς αἵρεσιν, καὶ τοὺς ὁπαδοὺς αὐτῆς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱρετικούς, κατὰ τὴν ῥηθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ ἁγιωτάτου Πάπα Δαμάσου, καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν συγκροτουμένας συνάξεις αἱρετικάς, καὶ πᾶσαν κοινωνίαν πνευματικὴν καὶ θρησκευτικὴν τῶν Ὀρθοδόξων τέκνων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς τοιούτους ἄθεσμον, μάλιστα τῇ δυνάμει του ζ’ Κανόνος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»[82].

Επιμένοντας δε ο Σ. να δικαιολογεί τη μη χρήση του όρου «αιρετικοί», ειδικά για τους Παπικούς, τονίζει και το γεγονός πως σε πολλά κείμενα Πατέρων και Συνόδων γίνεται λόγος για «Εκκλησία» («Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κλπ.). Αναφέρει δε ενδεικτικά αποσπάσματα κειμένων από τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, από δύο Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη (1836 και 1848) και από το εν Μόσχα Συνέδριο (1948). Είναι τοις πάσι γνωστό πως υπάρχουν πάρα μα πάρα πολλά κείμενα Πατέρων και Συνόδων στα οποία γίνεται λόγος για «Δυτική (ή Ρωμαϊκή ή Λατινική ή Παπική) Εκκλησία». Αυτό όμως που δεν αναφέρει ο Σ. είναι το πως οι Ορθόδοξοι θεωρούν την «Δυτική Εκκλησία». Την θεωρούν Εκκλησία Χριστού ή πεπτωκυία στο Σχίσμα και την Αίρεση; Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος γράφει τα εξής διαφωτιστικά: «Δὲν εἶναι ἀείποτε σεπτὸν καὶ τίμιον τὸ τῆς συνόδου ὄνομα, καθὼς οὐδὲ τὸ τῆς ἐκκλησίας, καθότι ἔστι Ἐκκλησία ἁγίων καὶ Ἐκκλησία ὁσίων, ἀλλὰ ἔστι κατὰ τὸν ψαλμωδὸν καὶ «ἐκκλησία πονηρευομένων». Αἱ φωναί, λοιπόν, ἤτοι τὰ ὀνόματα οὕτως ἔχουσιν, ἤτοι καὶ ἐπὶ καλοῦ καὶ ἐπὶ κακοῦ»[83].

Ας δούμε λοιπόν μερικά αποσπάσματα κειμένων Συνόδων, Πατέρων και Διδασκάλων που αναφέρονται στην «Δυτική Εκκλησία», την οποία άλλωστε αποκαλούν έτσι όχι επειδή την αναγνωρίζουν ως αληθινή Εκκλησία Χριστού, αλλά απλούστατα διότι κάποτε (δηλαδή προ της αποστασίας και της πτώσεώς της) υπήρξε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Δύσεως, η Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης:

α) Ο μέγας Κανονολόγος Θεόδωρος Βαλσαμών (στις Αποκρίσεις του προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μάρκο): «Ἐρώτησις ιε΄. Αἰχμάλωτοι Λατῖνοι καὶ ἕτεροι παρουσιάζοντες εἰς τὰς καθολικὰς ἐκκλησίας ἡμῶν, ζητοῦσι μεταλαμβάνειν τῶν θείων ἁγιασμάτων.  Εἰ γοῦν ἐκχωρητέον τοῦτόν ἐστι, ζητοῦμεν μαθεῖν.  Ἀπ. Ὁ μὴ ὢν μετ’ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι (τὸ θεῖον ἔφησαν Εὐαγγέλιον)ˑ καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ, σκορπίζει.  Ἐπεὶ οὖν πρὸ χρόνων πολλῶν ἀπεσχίσθη τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ῾Ρώμης φαμέν, τὸ περιώνυμον ἄθροισμα ἐκ τῆς τῶν ἑτέρων τεσσάρων ἁγίων πατριαρχῶν πνευματικῆς κοινωνίας, καὶ ἀπεσχοινίσθη πρὸς ἔθη καὶ δόγματα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθοδόξων ἀλλότρια. Διὰ γὰρ τοῦτο οὔτε ἐν ταῖς θείαις ἱεροτελεστίαις, κοινῆς τῶν πατριαρχικῶν ὀνομάτων ἀναφορᾶς ὁ πάπας ἠξίωται, οὐκ ὀφείλει γένος Λατινικὸν ἐκ χειρὸς ἱερατικῆς, διὰ τῶν θείων καὶ ἀχράντων μυστηρίων ἁγιάζεσθαιˑ εἰ μὴ κατάθηται πρότερον ἀποσχέσθαι τῶν Λατινικῶν δογμάτων τε καὶ συνηθειῶν, καὶ κατὰ κανόνας κατηχηθῇ, καὶ τοῖς ὀρθοδόξοις ἐξισωθῇ»[84].

Αξίζει όμως να παρατεθεί και μια ακόμη απόκριση ώστε να φανεί ακόμη πιο ξεκάθαρα η γνώμη του σοφού Βαλσαμώνος: «Ἐρώτ. λβ΄. Ἀπροκριμάτιστον ἐστι τελεῖσθαι τέκνων ἀναδοχὰς διὰ Λατίνων, Ἀρμενίων, Μονοθελητῶν, Νεστοριανῶν, καὶ λοιπῶν τοιούτωνˑἢ μἄλλον μισητὸν καὶ ἀποτρόπαιον; Ἀπόκ. Τὸ β΄ θέσπισμα τοῦ ι΄ κεφαλαίου τοῦ α΄ τίτλου τοῦ α΄ βιβλίου τῶν Βασιλικῶν: Αἱρετικός, φησίν, ἐστί, καὶ τοῖς κατὰ μικρὸν γοῦν ἐκκλίνων τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἐπεὶ γοῦν πάντες οἱ ἀπαριθμηθέντες εἰς τὴν παροῦσαν ἐρώτησιν, οὐ διὰ μικρὸν, ἀλλὰ διὰ πλάτος μέγα καὶ δυσδιεξίτητον ἐκ τῆς τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας ἀπεξενώθησαν, πάντως οὐδὲ χάριν ἀναδοχῆς παίδων πνευματικῶν μεσιτευομένης δι᾿ ἁγίων εὐχῶν καὶ ἁγιασμάτων πολλῶν, ἡμῖν συγκοινωνήσουσινˑ ἵνα μὴ καὶ ἀυτοὶ ἀκοινωνησίᾳ κατακριθῶμεν, κατὰ τὸν κανόνα, τὸν λέγοντα, Ὁ κοινωνὼν ἀκοινωνήτῳ, καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος ἐστιν»[85]. Σφάλλει λοιπόν ο Σ. όταν γράφει στο κείμενό του (στην σελ. 14) πως ο Βαλσαμών αποφεύγει «νὰ χαρακτηρίζει μάλιστα τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς χαρακτηρίζει ἁπλᾶ ὡς «κακόφρονας»».

β) Ο Άγιος Μακάριος Καλογεράς ο Πάτμιος Διδάσκαλος του Γένους: «… εἰς τὴν ἰδίαν βλασφημίαν ἐγκρεμνίσθη ἡ πολλῶν δακρύων ἄξιος Δυτικὴ Ἐκκλησία, τώρα εἰς τοὺς ἐσχάτους καιρούς, ὅθεν καὶ παραλελυμένη ἀπὸ τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν τῆς ὀρθοδοξίας, φυσᾷ καὶ καυχᾷται εἰς τὴν δόξαν, καὶ εἰς τὰ ἐξωτερικά της πλούτη, ὅμως παράλυτος, χωρισμένη ἀπὸ τὸν ἴδιον νυμφίον τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστόν… ἡ δὲ τωρινὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν τόλμην τῆς προσθήκης, καὶ τὴν πίστιν ἠρνήθη, καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐβλασφήμησε, καὶ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς Ποιμένας της καὶ Ἁγίους καὶ ἐχωρίσθη, καὶ παρελύθη. …Λοιπὸν ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἐφύλαξε τὴν ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, τὴν ὁποίαν χιλίους τετρακοσίους χρόνους τὴν ἐφύλαξαν καὶ τὴν φυλάττουν ἕως τῆς σήμερον οἱ Ἀνατολικοί, δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος, εἶναι χωρισμένη, παραλελυμένη, καὶ παντάπασιν χωρισμένη καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. …Παραλελυμένη ἀπὸ τὰς ἑπτὰ Συνόδους, καὶ χωρισμένην. Καὶ ἀναθεματισμένην, Ἐκκλησίαν νέαν, καθὼς καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ λέγουσι πῶς ζῶσιν (ἀλλὰ νόβα) ἤγουν δὲν εἶναι Ἐκκλησία ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὀρθόδοξον τῶν ἑπτὰ Συνόδων, ἀλλὰ Ἐκκλησία τοῦ Πάπα, καὶ οὐχὶ τοῦ Χριστοῦ. …Λοιπὸν ὄχι μόνον ψευδὴς ἡ Δυτική, ὁποῦ λέγει, ὅτι ἡ Ανατολικὴ μὲ τὸ νὰ μὴ προσκυνῇ τὸν Πάπαν ὡς Θεὸν τῆς γῆς, ἔπεσεν εἰς αἰχμαλωσίας καὶ διωγμούς, καὶ θλίψεις, ἀλλὰ ἀκόμι (sic) αὐτὴ ἡ Δυτικὴ εἶναι καὶ αἱρετική. Καὶ θεομισής, καθὼς θέλει ἀποδείξει ὁ λόγος. Ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ὡς ὀρθόδοξος ἔχει τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ θεοφιλής, ἡ δὲ Δυτικὴ Ἐκκλησία ὡς θεομισὴς ἔχει δόξαν καὶ ἀνάπαυσιν»[86].

γ) Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος: «Μία εἶναι μία καὶ μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινὴ, ἡ νύμφη ἡ καλὴ καὶ ἐκλεκτή, καθὼς τὴν ὀνομάζει ὁ νυμφίος της, μία εἶναι λέγω ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἐπαναπαύεται τὸ Πνεῦμά του τὸ Ἅγιονˑ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποτεταμιευμένους τοὺς θησαυροὺς τῶν θείων του χαρισμάτωνˑ ποία εἶναι τούτη; Αὐτὴ ἡ ἐδική μας ἁγία μήτηρ, τοῦτ᾿ ἔστιν ἡ Ἀνατολική»[87].

δ) Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοφ: «Μη παίζετε με την σωτηρία σας, μη παίζετε! Διαφορετικά θα θρηνήσετε αιωνίως. Διαβάστε την Καινή Διαθήκη και τους Αγίους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας (σε καμία περίπτωση δεν είναι η Θηρεσία [88], ο Φραγκίσκος [89] και άλλοι δυτικοί τρελοί, τους οποίους η αιρετική εκκλησία τους παρουσιάζει για αγίους!)»[90].

ε) Ο αείμνηστος Καθηγητής Θεολογίας και Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Δαμαλάς (1842-1892): «Ψεύδονται τοίνυν οἱ Παπισταί, καυχώμενοι εἰς τὴν ἀποστολικὴν διαδοχὴν τῆς ἐκκλησίας αὐτῶνˑ ἡ γὰρ νῦν παπιστικὴ ἐκκλησία οὔκ ἔχει τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν ἀποστόλων, ἀλλ᾿ ἀπὸ πάντων τῶν αἱρετικῶν ἔγεινεν ἕν μεῖγμα, καὶ ἤρξατο ὕστερον ἀπὸ τὴν Ζ΄ Σύνοδονˑ ἡ γὰρ παλαιὰ τῆς Ῥώμης σύναξις ἦτο ἀποστολική, ὀρθόδοξος, καὶ καθολικὴ ἐκκλησία, ἡ δὲ νέα ἐστὶν ἀποστατική, ἑτερόδοξος, αἱρετική, καὶ ἀντιχριστιανική συναγωγή»[91].

στ) Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα: «Η Ρωμαϊκή Εκκλησία, παρόλο που έχει ακολούθους της σε όλη την γη, επειδή δεν τηρεί τα ιερά, καθολικά και αποστολικά διατάγματα και δεν έχει αποφύγει τις καινοτομίες και τα εσφαλμένα δόγματα, δεν ανήκει στη Μία, Αγία και Αποστολική Εκκλησία»[92].

ζ) Ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος: «Οι χριστιανικές Εκκλησίες, όπως σε σας είναι γνωστές, είναι, εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η Λατινική Εκκλησία και πολλές χριστιανικές προτεσταντικές κοινότητες. Αλλά ούτε η Λατινική Εκκλησία, ούτε οι προτεσταντικές κοινότητες δεν πρέπει να αναγνωρίζονται ως αληθινές Εκκλησίες του Χριστού»[93].

η) Η Τοπική Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 1895: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἄρα Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δικαίως καυχᾶται ἐν Χριστῷ, ὅτι ἐστιν Ἐκκλησία τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐννέα πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἑπομένως ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, «στῦλος καὶ ἐδραίωμα τῆς ἀληθείας»ˑ ἡ δὲ νῦν Ρωμαϊκή ἐστιν Ἐκκλησία τῶν καινοτομιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς παρερμηνείας τῆς τε Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων· διὸ εὐλόγως καὶ δικαίως ἀπεκηρύχθη καί ἀποκηρύσσεται, ἐφ᾿ ὅσον ἄν ἐμμένῃ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῆς»[94].

θ) Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Λοιπόν, οι πάπες έκαναν στην παπική τους εκκλησία διάφορα τεχνάσματα, εισήγαγαν διάφορα ψευδή δόγματα που οδηγούσαν σε ψεύδη, τόσο στην πίστη όσο και τη ζωή. Πρόκειται για μια εντελώς αιρετική εκκλησία»[95].

ι) Ο μακαριστός Μάρτυς τοῦ Γένους Σμύρνης Χρυσόστομος: «…ἐσχίσθη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ μετεπήδησεν ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὸ σχίσμα καὶ ἀπὸ τοῦ σχίσματος εἰς τὴν αἵρεσιν καὶ προὐτίμησεν ἡ μεγάλη καὶ φοβερὰ αὕτη ἀντίπαλος τῆς Ἀνατολῆς ἀντὶ τῶν διαχρύσων καὶ πολυτίμων δογμάτων τῆς ἀρχαιότητος τὰ ὑπόχαλκα καὶ παράσημα τῆς Σχολαστικῆς Θεολογίας σοφίσματα. Τοῦτο μόνο λέγομεν, ὅτι ἦτο ἡ 16 τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ 1054 ἔτους ἡμέρα, καθ᾿ ἥν οἱ τοῦ Πάπα ἀπεσταλμένοι ἔθηκαν ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν βοῦλλαν τοῦ ἀφορισμοῦ, δι᾿ ἧς τὸ μὲν φαινόμενον ἀφώριζον τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, πράγματι ὅμως καὶ άληθῶς ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία ἀπεκόπτετο διὰ παντὸς καὶ ἀφωρίζετο ὡς μέλος σεσηπὸς καὶ νεκρὸν ἀπὸ τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας»[96]. Και αλλού: «…θ᾿ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσῃ τῆς ἀρχῆς ταύτης μόνη ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία κατέχει τὸ πλήρωμα τῶν ἀποκεκαλυμμένων ἀληθειῶν, ὅτι ἄλλαις λέξεισι μόνη αὐτὴ εἶνε ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία»[97].

Επομένως. σύμφωνα με την ορθόδοξη θεώρηση, υπάρχει η Ανατολική Εκκλησία, που είναι η Ορθόδοξος, και ταυτίζεται με την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και η Δυτική Εκκλησία, που είναι σχισματική, αιρετική και εκκλησία πονηρευομένων! Συμφωνούν με την θεώρηση αυτή οι Οικουμενιστές Νεοεκκλησιολόγοι; Συγκρίνατε δε το γράμμα και το πνεύμα των παραπάνω κειμένων με τα κείμενα της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης. Και ποια ακριβώς ιστορική ονομασία αποδέχεται η Ψευδοσύνοδος για τους παπικούς φερ᾿ ειπείν; Αυτό έπρεπε να διευκρινιστεί, διότι οι τελευταίοι άλλη ιστορική ονομασία δίνουν  στην εκκλησία τους (την ονομάζουν «Καθολική»!), ενώ οι Ορθόδοξοι έτερη (Δυτική ή Ρωμαϊκή, λόγω του τόπου, Λατινική, λόγω του γένους, Παπική λόγω του προσώπου που παραδέχεται ως κεφαλή της).

Αυτή ακριβώς η απόρριψη της θέσεως των Συνόδων και των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας των τελευταίων σχεδόν χιλίων ετών αποτελεί την καθαρώς προτεσταντίζουσα πλευρά της Νέας Εκκλησιολογίας των εξ Ορθοδόξων οικουμενιστών, οι οποίοι μιλούν για την επαναφορά στην «αδιαίρετη Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας»[98] με τον ίδιο τρόπο που οι Προτεστάντες απορρίπτοντας, διά του Sola Scriptura, την ιστορική εξέλιξη της Εκκλησίας βαυκαλίστηκαν με την ιδέα ενός «αρχέγονου Πρωτοχριστιανισμού». Όταν λοιπόν απορρίπτουν την Εκκλησία της δευτέρας χιλιετίας, την Εκκλησία του Κηρουλαρίου, του Βαλσαμώνος, του Αγίου Μελετίου Γαλησιώτου, του Αγίου Ανθίμου του Ομολογητού, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, του Γενναδίου Σχολαρίου, του Ιερεμία του Τρανού, του Αγίου Μελετίου Πηγά, του Μαξίμου Μαργουνίου, του Γαβριήλ Σεβήρου, του Κυρίλλου Λουκάρεως, του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, του Αγίου Μακαρίου Καλογερά, των Κολλυβάδων Πατέρων, του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Κωνσταντίνου Τυπάλδου, του Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνοφ, των Ρώσων Στάρετς, του Αγίου Νεκταρίου και τόσων άλλων Πατέρων, πως μπορούν να ομιλούν για πιστότητα στην Παράδοση;

στ3. Ο Σ. αναλύει στο κείμενό του πως στα πλαίσια των διαχριστιανικών διαλόγων πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος «ετερόδοξος» και όχι ο όρος «αιρετικός», διότι ο τελευταίος είναι αρνητικά φορτισμένος και προσβάλλει. Πάνω σε αυτή την άποψη πρέπει να κατατεθούν δύο απορίες:

α) Πώς ενώ ο Σ. παραδέχεται ότι στην εκκλησιαστική γραμματεία οι όροι αιρετικός και ετερόδοξος χρησιμοποιούνται αδιακρίτως (είναι δηλαδή ταυτόσημοι, όπως αποδείχθηκε και από τα παραδείγματα που ο ίδιος παρέθεσε), δεν θεωρεί και τον όρο «ετερόδοξος» ως προσβλητικό!

β) Πάνω σε ποιες Συνόδους και σε ποιους Πατέρες βασίζει την «πολιτική ορθότητα» (την οποία εισήγαγαν στην Εκκλησία οι Οικουμενιστές) που υπερασπίζεται;

Οι Άγιοι Πατέρες δεν φοβόντουσαν να πούνε τα πράγματα με το όνομά τους και να μιλήσουν την γλώσσα της αληθείας απαθώς. Γι᾿ αυτό και τους αιρετικούς δεν τους χαρακτηρίζουν «ψευδῶς, ἐν δῆθεν εὐγενίᾳ, ἀλλὰ ἀληθῶς καὶ δικαίως»[99]. Τους αποκαλούν – εκτός από ετεροδόξους -, ασεβείς και συκοφάντες[100], κενολόγους, φρεναπάτες διάκονους του Σατανά, αρνησίθεους, λογολέσχες (=φλύαρους), αλογώτατους και ανόσιους ψευδοχριστιανούς[101], λύκους και κύνες[102], δυσσεβείς και αποτρόπαιους[103], κακοδόξους[104], πονηρούς, αλιτήριους, ανόητους και βδελυρώτατους[105], αντιχρίστους, ψευδαποστόλους, απατεώνες, αποστάτες και λυμεώνες[106], λωποδύτες[107], άθλιους, ταλαίπωρους και αναίσχυντους[108], καθώς και άπιστους[109].

Ο μακαριστός θεολόγος Αριστοτέλης Δελήμπασης παρατηρεί για τους παραπάνω χαρακτηρισμούς: «Τοιοῦτοί εἰσιν οἱ δυστυχεῖς αἱρετικοί, ἐφ᾿ ὅσον ἐμμένουσιν ἀμετανόητοι τῇ αἱρέσει καὶ δὲν ἐπιστρέφουσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δι᾿ ἀξιολόγου μετανοίας. Οἱ δὲ ἐξ Ὀρθοδόξων οἰκουμενισταί, ἀποβάλοντες τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα, ἀπορρίπτουσι καὶ τοὺς ἀνωτέρω ἀληθεῖς, δικαίους καὶ σωτηρίους χαρακτηρισμοὺς τῶν Ἁγίων περὶ τῶν αἱρετικῶν. Τοιουτοτρόπως, συμβάλλουσιν, οἱ ἄθλιοι, εἰς παραμόνιμον ἀμετανοησίαν τῶν ἑτεροδόξων καὶ τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν ἑαυτῶν καὶ ἐκείνων»[41].

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[67] Σ.Σ. Ἰ. Παναγόπουλου, ἐν περιοδικῶ «Χριστιανός» Τεύχος Α΄ 1962:3.

[68] Σ.Σ. Σ. Τρωϊάνου, Τινὰ περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς αἱρέσεως. Ἀρχεῖον Ἐκκλ. Δικαίου. τ. 18, Ἀθῆναι 1963, σ. 20-25, ἔνθα δι᾿ ἀδιασείστων ἐπιχειρημάτων ἀνατρέπεται ἡ ὡς ἄνω γνώμη.

[69] Σ.Σ. C.T. XVI. 5,65 (ἔτος 428 Μαΐου 30).

[70] Σ.Σ. Ἐν C.S.E.L. τ. 38:138 ἑπόμ.

[71] Σ.Σ. Ὡς ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος Ἱεροσολύμων 1672, καὶ ΚΠόλεως αἵτινες κατεδίκασαν τὸ δόγμα τῆς διαμαρτυρομένης Ἐκκλησίας, ἔτι δὲ καὶ ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος ἐν ΚΠόλει, ἥτις κατεδίκασε τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδον.

[72] Σ.Σ. Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθ. 7927/10134 Ὀκτωβρίου 1861ἀπόφασιν τῆς Ἱ. Συνόδου τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, δι᾿ ἧς καθῃρέθη καὶ ἀφωρίσθη ὁ ἱερομόναχος Θεόφιλος Καΐρης, ὡς καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἀποστ. Μακράκη παρὰ Σπυρ. Τρωϊἀνῳ ἔνθ᾿ ἀνωτέρω σ. 25.

[73] Πρωτ. Ευάγγελος Μαντζουνέας, Τα αδικήματα Αιρέσεως και Σχίσματος κατά τους οκτὼ πρώτους αιώνας, Αθήνα, 1977, σελ. 32-33.

[74] Χφ. Παντελεήμονος 172 (φ. 201).

[75] Mansi 31, 885. Ο Άγιος Μάρκος αποκάλεσε αιρετικούς τους Λατίνους και κατά την διάρκεια της Ψευδοσυνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση φιλοπαπικών «ορθοδόξων» επισκόπων που του είπαν με αγανάκτηση: «Καὶ τίς ἄνθρωπος εἶ σὺ καὶ λέγεις τοὺς Λατίνους αἱρετικούς;» (V. Laurent, Les Memoires du Sylvestre Syropoulos sur le Concile de Florence (1438-9), Roma, 1971, σελ. 444).

[76] Ναθαναήλ Χύχα, Εγχειρίδιον περί του πρωτείου του Πάπα, επιμ. Ανδρονίκου Δημητρακοπούλου αρχιμανδρίτου, Λειψία, 1869, σελ. ια-ιβ. Ο μακαριστός Δημητρακόπουλος, στον Πρόλογο του βιβλίου αυτού, εξέδωσε τον Όρο της Συνόδου του 1484, από το υπ᾿ αρ. 354 χειρόγραφο της εν Μόσχα Βιβλιοθήκης της Ιεράς Συνόδου.

[77] Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί διατάξεις, τόμ. α΄, Κωνσταντινούπολη, 1888, σελ. 81.

[78] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή Ιερών Κανόνων, τόμ Α΄, επιμ. Θεοδωρήτου Ιερομονάχου, εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 2002, σελ. 46.

[79] Γεωργίου Μεταλληνού (Πρωτοπρεσβυτέρου), Ομολογώ έν βάπτισμα, Αθήνα, 1983, σελ. 38.

[80] Πηδάλιον, ό.π., σελ. 56-57.

[81] Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τόμος α΄, Αθήνα, 1862, σελ. 459.

[82] Μ. 40, 383-385.

[83] Αγίου Αθανασίου του Παρίου, Δήλωσις της εν τω Αγίω Όρει ταραχών αληθείας, επιμ. Θεοδωρήτου Ιερομονάχου, Αθήνα, 1988, σελ. 40.

[84] P.G. 138, 968.

[85] Αυτόθι, 985.

[86] Αγίου Μακαρίου του Καλογερά, Ευαγγελική Σάλπιγξ, Λειψία, 1765, σελ.  53-55, 59.

[87] Αγίου Αθανασίου του Παρίου, Ο Αντίπαπας, Βενετία, 1785, σελ. 3.

[88] Τερέζα της Αβίλα (1515 – 1582).

[89] Φραγκίσκος της Ασίζης (1182 – 1226).

[90] Επιστολή 203 (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Ignatij_Brjanchaninov/pisma/3#3_203).

[91] Νικολάου Δαμαλά, Περί αρχών, Λειψία, 1865, σελ. 163.

[92] Από το κείμενο «Καλοπροαίρετη απάντηση στη Λατινική Εκκλησία» (μετάφραση ημέτερη, πρωτότυπος τίτλος,: «Ответ благосклонным к латинской церкви», https://azbyka.ru/otechnik/Amvrosij_Optinskij/otvet-blagosklonnym-k-latinskoj-tserkvi/).

[93] Επιστολή 27 (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Feofan_Zatvornik/Pisma-o-raznykh-predmetakh-very-i-zhizni/#0_27).

[94] Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙ, ό.π., σελ. 942.

[95] Από το βιβλίο «Живой колос» (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Ioann_Kronshtadtskij/zhivoj-kolos/).

[96] Χρυσοστόμου Αρχιδιακόνου (μετέπειτα Μητροπολίτου Σμύρνης), Περί Εκκλησίας, τόμ. Α΄, Αθήνα, 1896, σελ. γ-δ.

[97] Αυτόθι, σελ. 6.

[98] Την περί «ενιαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας» φρασεολογία χρησιμοποιούν συχνά όχι μόνο οι Παπικοί (πρβλ. π. Γ. Καψάνη, Οὐνία: Ἡ μέθοδος τοῦ παποκεντρικοῦ οἰκουμενισμοῦ http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_grhgoriaths/oynia_papokentrikos_oikoymenismos.htm ) – και κυρίως οι Ουνίτες (βλ. για παράδειγμα http://www.elcathex.gr/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5/) -, αλλά και οι εξ Ορθοδόξων Οικουμενιστές. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος σε ομιλία του στις 18/10/2009 (ενώπιον και «Ρωμαιοκαθολικών» με τους οποίους διεξήγε «Διάλογο») είπε: «Μαζί μέ ὅλες τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὑπογραμμίζουμε τή σταθερή ἐμμονή μας στούς καθιερωμένους βασικούς πόλους τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης τῆς πρώτης χιλιετίας τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς πρώτης χιλιετίας ἀποτελοῦν ἐχέγγυο γιά τήν αὐθεντική θεολογική ἑρμηνεία τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ Θείας οἰκονομίας ἀλλά καί γιά τήν αὐθεντική βίωσή του ἀπό τούς πιστούς στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο προεκτείνεται, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ συνεχής καί ἐνεργός παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (https://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1124&tla=gr). Το 2014 ο Περγάμου Ιωάννης είχε δηλώσει πως «για μας του Ορθοδόξους η κοινή Πίστη που επιτρέπει την πλήρη μυστηριακή κοινωνία είναι αυτή των Επτά Οικουμενικών Συνόδων της πρώτης χιλιετίας» (http://aktines.blogspot.gr/2014/12/blog-post_447.html). Ο δε Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε δηλώσει το 2016 εν όψει της επισκέψεως του Πάπα τα εξής: «Ἀναμένουμε τόν ἀγαπητό ἀδελφό μέ χαρά καί συγκίνηση, γιά τή συνέχιση τῶν προσπαθειῶν, τῶν ἀγώνων καί τῶν μαχῶν γιά τήν καταλλαγή καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καί γιά τήν ἐνίσχυση στήν πορεία πρός τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν μας, σύμφωνα μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας» (Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στό Burgenland: «Ἕνα μεγάλο βῆμα πρός τήν ἑνότητα» http://www.metropolisvonaustria.at/index.php/gr/nachrichten-gr/491-%E1%BD%81-%CE%BF%E1%BC%B0%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%E1%BF%96%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CF%8C-burgenland-%C2%AB%E1%BC%95%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF-%CE%B2%E1%BF%86%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%AE%CE%BD-%E1%BC%91%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%C2%BB).

[99] Αριστοτέλους Δελήμπαση (θεολόγου), Πως χαρακτηρίζονται οι αιρετικοί υπό των Αγίων στο περιοδικό  Καλή Ομολογία, ἀρ. φὐλ. 31, 1 Μαΐου 1981.

[100] Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, P.G. 45, 588.

[101] Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, P.G. 77, 1028.

[102] Μεγάλου Βασιλείου, P.G. 32, 309.

[103] Μεγάλου Φωτίου, P.G. 102, 724.

[104] Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. 99, 1021.

[105] Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Mansi 4, 1248-9.

[106] Αγίου Συμεώνος Θεσσαλονίκης, P.G. 155, 124.

[107] Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. 99, 1156.

[108] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 50, 728.

[109] Του ιδίου, P.G. 48, 709. Ο Ιερός Χρυσόστομος γράφει χαρακτηριστικά: «Εἰ δὲ ἀγανακτοῦσιν ἄπιστοι καλούμενοι, φευγέτωσαν τὸ πρᾶγμα, κἀγὼ κρύπτω τὸ ὄνομα· ἀποστήτωσαν τῆς ἀπίστου διανοίας, καὶ ἀφίσταμαι τῆς ἐπονειδίστου προσηγορίας. Εἰ δὲ αὐτοὶ διὰ τῶν ἔργων τὴν πίστιν ἀτιμάζοντες καὶ ἑαυτοὺς καταισχύνοντες οὐ καταδύονται, τίνος ἕνεκεν πρὸς ἡμᾶς δυσχεραίνουσι διὰ τῶν ῥημάτων ἐγκαλοῦντας αὐτοῖς ἃ διὰ τῶν ἔργων αὐτοὶ ἐπιδείκνυνται;».

[110] Αριστοτέλους Δελήμπαση (θεολόγου), Πως χαρακτηρίζονται οι αιρετικοί …, ό.π..